Ελληνικά: Η Βικίδεια χρειάζεται τη συνεισφορά σου!
English: Vikidia needs your contribution!
Français: Vikidia a besoin de votre contribution!
Deutsch: Vikidia braucht deinen Beitrag!

Θεσσαλονίκη

Από Vikidia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Θεσσαλονίκη αποτελεί τη δεύτερη σε πληθυσμό και έκταση πόλη της Ελλάδας.

Ιδρύθηκε το 316/5 π.Χ. από το Μακεδόνα στρατηγό Κάσσανδρο που της έδωσε το όνομα της συζύγου του και αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη προέρχεται από τη συνένωση 26 πολιχνών (μικρών κωμοπόλεων) που βρίσκονταν γύρω από το Θερμαϊκό κόλπο. Τον 2ο π.Χ. αιώνα η πόλη κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους και αποτέλεσε έδρα της ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας. Η στρατηγική θέση της πόλης ήταν η αιτία για να επιλέγει πρωτεύουσα, ο οποίος έκτισε στη Θεσσαλονίκη ένα αυτοκρατορικό παλάτι, και αργότερα ήταν μία από τις υποψήφιες πόλεις οι οποίες είχαν προταθεί ως αντικαταστάτριες της Ρώμης, για να επιλεγεί τελικά το Βυζάντιο. Παρά τη μη επιλογή της ως πρωτεύουσα, απέκτησε τον τίτλο της «συμβασιλεύουσας» πόλης, με τον οποίο ήταν γνωστή κατά την Βυζαντινή περίοδο.

Μετά την οθωμανική κατάκτησή της από τους Οθωμανούς το 1432, παραμένει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για περίπου πέντε αιώνες. Η Θεσσαλονίκη, μέχρι την κατάκτησή της από τους Γερμανούς, είχε εξαιρετικά μεγάλη Εβραϊκή κοινότητα. Ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα, η πόλη υπήρξε το πλέον κοσμοπολίτικο αστικοποιούμενο κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο σημαντικότερος πόλος πολιτικών κινήσεων και κινημάτων που συνάντησε στην μακρόχρονη ιστορία της.

Με την επιστροφή της πόλης στο Ελληνικό Κράτος στις 26 Οκτωβρίου του 1912, ο πληθυσμός της πόλης παρουσιάζει σημαντικές αλλαγές με την μετακίνηση του τουρκικού πληθυσμού και την αντικατάστασή του από ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης. Οι πληθυσμιακές αλλαγές βοήθησαν στην αλλαγή της πληθυσμιακής κατάστασης της πόλης με την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου. Η πολεοδομική και αρχιτεκτονική της άλλαξε ριζικά από τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917 και τις προσπάθειες της νέας ελληνικής διοίκησης να προσθέσει αρχαιοελληνικά και ευρωπαϊκά στοιχεία στο αρχιτεκτονικό ύφος της πόλης, που οδήγησε στην καταστροφή αρκετών οθωμανικών λατρευτικών και λειτουργικών κτιρίων. Οι σημαντικότερες πληθυσμιακές αλλαγές παρατηρούνται με την εγκατάσταση του μικρασιατικού και θρακιώτικου προσφυγικού πληθυσμού έπειτα από την Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, με το ολοκαύτωμα της ακμαίας εβραϊκής κοινότητας από τα ναζιστικά στρατεύματα την περίοδο της τριπλής κατοχής κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και με την εσωτερική μετανάστευση που παρατηρείται κατά την δεκαετία του '50 και μεταγενέστερα προς τα μεγάλα αστικά κέντρα.

Από την ίδρυσή της από τον Κάσσανδρο, η Θεσσαλονίκη ως μια ακμάζουσα ελληνιστική πόλη μέχρι την οθωμανική κυριαρχία αξιοποιεί την στρατηγική της θέση και αναπτύσσεται σε μια πολυπολιτισμική πόλη. Από το 1912, με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων και την ενσωμάτωση της περιοχής στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, η Θεσσαλονίκη αποτελεί τη δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της Ελλάδας. Συχνά αναφέρεται ως η συμπρωτεύουσα της Ελλάδας. Ο πληθυσμός της μητροπολιτικής περιοχής ανέρχεται στους 1.012.013 κατοίκους ενώ εκείνος της περιφερειακής ενότητας (πρώην νομού) στους 1.110.912 κατοίκους.

Το όνομα έχει διάφορες μορφές, με ελαφρώς παραλλαγμένη ορθογραφία και φωνητικές μορφές. Θεσσαλονίκεια είναι επιθετική μορφή, που βρίσκουμε στο έργο του Στράβωνα και χρησιμοποιείται, κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, ως ονομασία της πόλης σχηματιζόμενη από το όνομα φυσικού προσώπου, όπως αντίστοιχα γινόταν για την Σελεύκεια από το Σέλευκο, την Κασσάνδρεια από τον Κάσσανδρο, Αλεξάνδρεια από τον Μέγα Αλέξανδρο κ.ά. Η επικρατούσα όμως μορφή του ονόματος είναι η Θεσσαλονίκη. Κατά την ελληνιστική εποχή υπήρξε και ο τύπος Θετταλονίκη ενώ κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, όπως φανερώνουν επιγραφές και νομίσματα, εμφανίστηκαν οι μορφές Θεσσαλονείκη και Θεσσαλονικέων.

Ο τύπος Σαλονίκη βρίσκεται στο Χρονικόν του Μορέως (14ος αι., στ. 1010, 1075, 3603 κλπ) και είναι συνηθισμένος σε δημοτικά τραγούδια. Φαίνεται ότι είναι παλαιότερος καθώς ο άραβας γεωγράφος Idris το 1150 αναφέρει την πόλη ως Salunik (απ' όπου και το τουρκικό Selianik). Κατά μια άποψη το Σαλονίκη προήλθε από την πολυχρόνια χρήση της έκφρασης στη Θεσσαλονίκη > στ'Θ'σαλουνίκ' > στ'Τ'σαλουνίκ' > στ(η) Σαλουνίκ. Από το Σαλονίκ(η) προήλθε η ονομασία της πόλης και σε άλλες γλώσσες της περιοχής κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Οι τουρκόφωνοι και οι Οθωμανοί αποκαλούσαν την πόλη Σελανίκ (οθωμανική γλώσσα: سلاني, τουρκ.: Selânik) όπως και οι Ιουδαίοι, που εγκαταστάθηκαν στην πόλη μετά την οθωμανική κατάκτηση. Οι Βαλκανικοί σλαβικοί πληθυσμοί την λένε Σολούν (κυρ.: Солун) και οι βλαχόφωνοι Σαρούνα (βλαχ.: Sãrunã).